19/9/08

Καβάφης

ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ ΚΑΒΑΦΗ;


Αγαπητές φίλες και φίλοι,

Το θέμα που είχα ετοιμάσει να παρουσιάσω αφορούσε στις θρησκευτικές αντιλήψεις του Καβάφη, όπου καταπιανόμουν να βρω αν και κατά πόσο ήταν ο ποιητής χριστιανός, τεκμηριώνοντας τα συμπεράσματά μου με χωρία από τα ποιήματά του. Και ενώ η εργασία έφτανε προς το τέλος της αισθανόμουν ότι κάτι της έλειπε, ότι κάποιο κομμάτι δε συναρμολογήθηκε καλά, χωρίς να μπορώ να καταλάβω τι. Ίσως πάλι το θέμα, σκεφτόμουν, να παραείναι φιλολογικό και εκ προοιμίου αδιάφορο για τους περισσότερους. Γιατί λοιπόν να σας ταλαιπωρώ; Από την άλλη , καθιερώθηκε το 2003 ως έτος Καβάφη για τα εβδομηντόχρονα του θανάτου του και τα εκατονσαραντάχρονα από τη γέννησή του, όπως και πριν δέκα ή είκοσι ή σαράντα χρόνια τιμήθηκαν οι αντίστοιχες επέτειοι. Πώς λοιπόν ο ποιητής κρατάει την επικαιρότητά του; Κάπου διάβασα - χωρίς να θυμάμαι πού - ότι συμπεριλαμβάνεται στους δέκα κορυφαίους ποιητές παγκοσμίως. Πολύ μεγάλη τιμή για έναν τόσο ολιγογράφο!!
Να λοιπόν το θέμα μου: Γιατί να διαβάζουμε Καβάφη; Πέρα από τη γοητεία που μπορεί να προσφέρει η ποίησή του, τι άλλο χειροπιαστό μπορεί να μας διδάξει;
Φίλες και φίλοι,
Θα μου ήταν εύκολο να απαριθμήσω στυγνά και δασκαλίστικα τους λόγους για τους οποίους αξίζει η ποίησή του. Αξίζει ο Καβάφης γιατί καταπιάστηκε με όλα σχεδόν τα θέματα που μπορεί να σχετίζονται με ανθρώπινες συμπεριφορές. Η έννοια του χρέους στις «Θερμοπύλες», η μοναξιά στα «τείχη», η αξιοπρέπεια στο «απολείπειν ο θεός Αντώνιον», ο μεγάλος στόχος στην «Ιθάκη», η σεμνότητα στο «Μανουήλ Κομνηνός» και τόσα άλλα είναι λόγοι για τους οποίους ο Καβάφης δε χάνει την επικαιρότητά του. Αξίζει ο Καβάφης γιατί στην ποίησή του διαφαίνεται η διαχρονικότητα της φιλοσοφίας – σχεδόν κάθε στίχος του είναι και ένα γνωμικό. Αξίζει γιατί συνέλαβε κάτι μοναδικό στα ποιητικά χρονικά: να μεταπλάσει την ιστορία και να την κάνει ποίηση. «Εγώ δύο πράγματα μπορούσα να κάνω στη ζωή μου» είχε πει «να γράψω ιστορία ή ποίηση∙ ε, ιστορία δεν έγραψα».Ήταν τόσο μεγάλος, που δεν του ξέφυγε κανένα ψεγάδι και όπου υπάρχει τέτοιο είναι ηθελημένο. Όπως και να το κάνουμε, μπροστά στο ωραίο δε συζητάς τα ψεγάδια του, αλλά μένεις άφωνος.
Δε θα ακολουθήσω όμως αυτή τη λογική. Θα σταθώ μόνον σε ένα ποίημά του, και θα αφήσω σε σας την ευχαρίστηση να εκμαιεύσετε την απάντηση. CHE FECE… IL GRAN RIFIUTO αυτός που έκανε… τη μεγάλη άρνηση.
Ξέρετε τι λέγεται «Καβάφης»; Λέγεται αυτός που φτιάχνει και πουλά παπούτσια, ο τσαγκάρης. Ο Καβάφης έκανε να λέμε αυτό το όνομα και να είναι σαν να λέμε ψωμί. Έγινε αυτό που είναι οι μεγάλοι ποιητές: πολίτης του κόσμου. Είναι ένα όνομα στεγνό, όλο σύμφωνα ουρανικά και χειλικά, κανένα κελάρυσμα, κυριαρχούμενο από τη μονοτονία του άλφα. Τον πρωτάκουσα δεκατριών – δεκατεσσάρων χρονών, μου έκανε εντύπωση, μου έφερνε στο μυαλό – δεν ξέρω γιατί- ήχο συρσίματος σε ξερά φύλλα και τσαλάκωμα χαρτιού. Πρωτοδιαβάζοντας τα ποιήματά του πάλι βρήκα ήχους ξηρούς. Πολλά ι και ε και λέξεις απλές, συνηθισμένες, καθημερινές. «Σαν βγεις στον πηγαιμό σου, ο αρνηθείς δε μετανοιώνει, αποχαιρέτα την την Αλεξάνδρεια που χάνεις» Αλλού πάλι ήχοι ξεροί, κοφτοί λες και είναι με αλφάδι καλουπωμένοι:
«αλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Ανεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμο έξω.»
Σιγά σιγά άρχισα να βλέπω το χέρι αργό να γράφει, να πιάνει τη φράση, να την ξαναγράφει με μια μικρή προσθήκη:
«και τι φρικτή η ημέρα που ενδίδεις,
(η ημέρα που αφέθηκες και ενδίδεις)»
ή να την επαναλαμβάνει μετακινώντας λίγο το ζύγι:
«και κάθεται και βλέπει προς την είσοδο
μέχρι κοπώσεως βλέπει προς την είσοδο»
ή να γεμίζει τα κείμενά του με ονόματα που ξεπηδούσαν από την ιστορία και να φανερώνονται μπροστά σου με τη μεγαλοπρέπεια ή τη μικροπρέπειά τους – Σαρπηδόνας, Ηρώδης Αττικός, Νέρωνας, Δαρείος, Άννα Κομνηνή, Μύρης, Ιουλιανός…
Τι τάχα ζητούσαν όλοι αυτοί και πολλοί άλλοι; Από τότε μια ευτελής, αγορασμένη από καροτσάκι, συλλογή των απάντων του συνόδευε τα διαβάσματά μου. Κοντά στις ρίζες των μαθηματικών και τους κανόνες των αρχαιοελληνικών, στις βάσεις των χημικών και στους όρους των φυσικών αυτό το άκομψο βιβλιαράκι ήταν η καταφυγή μου. Και αργότερα στα βαριά πανεπιστημιακά διαβάσματα ήταν η διέξοδός μου. Και να βλέπω κάθε φορά με άλλη ματιά το κάθε του ποίημα.
Και κοντά σε όλα αυτά να με βασανίζει και το παραπάνω ποίημα. Εκείνος που έκανε … τη μεγάλη άρνηση. Το ποίημα αυτό μου φαινόταν όλο μυστήριο. Μυστήριο που γινόταν μεγαλύτερο και από τα αποσιωπητικά. Τι ήθελε και γιατί να αποφύγει ο Καβάφης;. Ψάχνοντας στις κριτικές και στους καβαφολόγους βρήκα φως. Ο εξηκοστός στίχος του τρίτου κεφαλαίου του Δάντη από την «Θεία κωμωδία» του έλυνε το γρίφο του τίτλου.
Che fece per viltate il gran rifiuto = αυτός που από ανανδρία έκανε τη μεγάλη άρνηση.
Ο στίχος αυτός κρύβει μέσα του ολόκληρη ιστορία. Να πια είναι αυτή:
Στα τέλη του δέκατου τρίτου αιώνα σε ένα απόμερο βουνό της Νότιας Ιταλίας έμενε ένας καλόγερος, ένας κάποιος Πέτρος, που ζούσε μέσα σε προσευχές, σε νηστείες και σε κοπετούς, σαν τέλειος άγιος της εποχής. Η φήμη της αγιοσύνης του ήταν πολύ μεγάλη σε ολόκληρη την Ιταλία. Παντού μιλούσαν για τις προφητείες και τα θαύματά του. Τον άνθρωπο αυτό οι καρδινάλιοι τον εξέλεξαν το 1294 για Πάπα. Ο ίδιος όχι μονάχα το ζήτησε αλλά ούτε καν το υποπτεύθηκε. Δυο αντίπαλες μερίδες «αγίων» μάλωναν και στην απελπισία τους να συμφωνήσουν, διαλέξανε έναν ακίνδυνο γέρο, που δεν γνώριζε τίποτε από πολιτική και από βασιλεία. Η κάθε μερίδα πίστευε πως εύκολα θα τον έκανε δικό του και θα τον διεύθυνε. Ο Πέτρος σαν έμαθε την εκλογή του σάστισε. Προσπάθησε να φύγει, να κρυφτεί. Δεν τον αφήκαν όμως. Τον ανακάλυψαν και τον πήραν στη Ρώμη με τη βία. Του φόρεσαν τα χρυσά άμφια, τη μίτρα και τον κάθισαν στο θρόνο, όπου βασίλευε με το όνομα Σελεστίνος ο 5ος. Μέσα σε άγριες φωνές συμφερόντων, πώς θα γινόταν σεβαστός ένας αγνός χριστιανός; Μέσα στην αναίδεια και τη βία των παθών, πώς δε θα σάστιζε ένας που σαν ερημίτης ήταν ντροπαλός και συνεσταλμένος; Πέντε μήνες βασιλείς και καρδινάλιοι τον έσερναν δεξιά και αριστερά, από τη Ρώμη στη Νεάπολη και πάλι πίσω. Ο άνθρωπος βαριέστησε και παραιτήθηκε και ξανατράβηξε εκεί που ήθελε να ζήσει, στην ερημιά, στις προσευχές και τις νηστείες. Ο Δάντης τον αναθεμάτισε, τον έριξε στην κόλασή του, τον είπε άνανδρο.
Την καταδίκη του Σελεστίνου από τον Δάντη, μια και τη διάβασε ο ποιητής μας, δεν ήταν εύκολο να τη λησμονήσει. Υπερβολικά ευαίσθητος και εγωκεντρικός καθώς ήταν, βέβαια θα τυραννίστηκε με την ιδέα της. Τάχα να έβλεπε την καταδίκη του Σελεστίνου και σαν δική του καταδίκη; Γιατί σαν γόνος Φαναριωτών και τρομερά υπερήφανος για τη γενιά του, καθόλου δεν ανακατεύτηκε με τα κοινά, όπως θα έπρεπε. Προτίμησε να μείνει ερμητικά κλεισμένος στο σπίτι του και να αφιερωθεί ολόκληρος στις προσευχές της τέχνης του. Πώς όμως να αποτινάξει το πρόβλημα του “per viltate”; = της ανανδρίας;
Στο ποίημα μάς λέγει πως υπάρχουν δύο ξεχωριστές και φυσικές κατηγορίες ανθρώπων. Ο άνθρωπος του «Ναι», που, όταν πετυχαίνει, «πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του», είναι ο άνθρωπος της δράσης. Από την άλλη ο ήρωάς μας είναι ο άνθρωπος του «όχι», αυτός που περιορίζεται στον εσωτερικό του κόσμο από μιαν ανάγκη έντονη, όπως ο Σελεστίνος, όπως ο Αλεξανδρινός.
Βέβαια πολλοί αμφισβητούν το βαθιά ανθρώπινο αυτού του πάθους του καβαφικού ήρωα για τον εσωτερικό κόσμο. Πόσο όμως αλλιώτικος είναι αυτός ο άνθρωπος του «όχι». Μολονότι θεληματικά αποκόβεται από τη δράση, πάλι δε τη λησμονεί. Διαρκώς τη βλέπει μπρος του σαν πειρασμό. Το μυαλό του μπορεί να του λέγει όσο θέλει πως η άρνησή του ήταν το σωστό, εκείνος υποφέρει. Και ο πόνος του τον καταβάλει, γιατί τον ακολουθεί σε «όλη του τη ζωή»


Σας ευχαριστώ


Υ.Γ. Στην Αυστραλία, για τα εβδομηντάχρονά του το 2003. Σε κάποιους - πολλούς - που αγαπούσαν τη γλώσσα μας!

18/9/08

sos

Τάσο διάλειμμα

Εισαγωγή βίντεο

Εισαγωγή βίντεο

3η ανάρτηση


2η ανάρτηση

Η δεύτερή μου ανάρτηση

17/9/08

Ένα νέο πειραματικό μπλογκ

... που σύντομα θα το διαγράψω